Eισαγωγή στο βιβλίο «Η ΚΑΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ»

Eισαγωγή στο βιβλίο «Η ΚΑΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ»

«Η ΚΑΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ» (Lenore Walker, εκδ. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Αθήνα 1989)

 Εκπόνησα την εισαγωγή στο βιβλίο, η οποία είναι μια ιστορική αναδρομή στο κοινωνικό φαινόμενο της κακοποιημένης γυναίκας και την ψυχολογική της προσέγγιση στην ελληνική πραγματικότητα.

Πρόλογος

της ελληνικής έκδοσης

Με τον όρο κακοποίηση χαρακτηρίζεται κάθε προσβολή της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας ενός ανθρώπου, που α­σκείται στα πλαίσια της εκμετάλλευσής του από κείνον που κατέχει τη θέση της εξουσίας.

Η κακοποίηση και η άσκηση βίας κατά, των γυναικών, σή­μερα, αναγνωρίζεται από κάθε φωτισμένο άνθρωπο σαν ένα μεγάλο κοινωνικό στίγμα, αλλά δυστυχώς μόνο τα τελευταία χρόνια έχει απασχολήσει συνειδητά την κοινή γνώμη.

Στην εποχή μας το κοινωνικό αυτό πρόβλημα όχι μόνο πα­ραμένει άλυτο αλλά και βρίσκεται σε έξαρση.

Πριν από το 1960-1970 η προσέγγιση στα ζητήματα της βίας κατά των γυναικών, γινότανε περιστασιακά και εξεταζόταν από μια περιορισμένη επιστημονική σκοπιά.

Σε όλες σχεδόν τις ανθρώπινες κοινωνίες, από τα πολύ παλιά χρόνια, η γυναίκα βρισκότανε κάτω από το ζυγό του άνδρα, που μέσα από το θεσμό του γάμου μπορούσε και είχε το αναμφισβήτητο δικαίωμα να διαπράξει κάθε είδους βιαιότητα, καθιστώντας έτσι τη γυναίκα θύμα, με την άσκηση πάνω της κάθε βαναυσότητας, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να κατηγορηθεί και να διωχθεί νομικά και ποινικά.

Την ίδια περίπου εποχή, γύρω στα 1824, το ανώτατο δικα­στήριο του Μισισίπι εκχωρούσε στον άνδρα το δικαίωμα να κα­κοποιεί τη γυναίκα του, εφόσον τηρούσε ορισμένες προδιαγραφές συμπεριφοράς.

Για παράδειγμα, μπορούσε να της τραβήξει τα μαλλιά, να τη φτύσει, να την κλοτσήσει ή να την πετάξει στο έδαφος, αλλά δεν είχε το δικαίωμα να τη σκοτώσει.

Παράλληλα, στο Αγγλικό δίκαιο της ίδιας περιόδου, δινό­τανε στον άντρα το δικαίωμα να κακοποιεί τη γυναίκα του, με την προϋπόθεση ότι η βέργα του ξυλοδαρμού δεν θα ξεπερνούσε σε πάχος τη διάμετρο του αντίχειρα του άνδρα. Αυτός ο νόμος έμεινε γνωστός σαν ο ‘νόμος του αντίχειρα’.

Εκατό χρόνια αργότερα, το 1975, σε κάποια άλλη Πολιτεία της Αμερικής, ένας δικαστής που εκδίκαζε την υπόθεση κακο­ποίησης μιας γυναίκας από τον επιχειρηματία άνδρα της, με αποτέλεσμα να της σπάσει μερικά κόκκαλα, κάλεσε στο γραφείο του τους ενδιαφερόμενους και αντί για απόφαση του, ανήγγειλε πως αυτό το ζήτημα είναι μια οικογενειακή υπόθεση και θα είναι λυπηρό να δείξουμε τα βρώμικα σεντόνια μας προς τα έξω, αφού δεν υπάρχει και τόσο σοβαρή κακοποίηση, ας τη λύ­σουμε σαν ιδιωτική υπόθεση.

Εδώ ισχύει το πασίγνωστο: τα εν οίκω μη εν Δήμω, που αναγνωρίζει στον οικογενειακό χώρο, με την ευρύτερη έννοια, το δικαίωμα να λειτουργεί παράπλευρα και αντίθετα με τους κοι­νωνικούς κανόνες περί δικαιοσύνης.Εξάλλου, ο δικαστής αναγνώρισε πως υπάρχουνε βρώμικα σεντόνια, αλλά αυτή η βρωμιά δεν πρέπει να αγγίξει την κοι­νωνική όσφρηση.

Σήμερα πάντως, η κακοποίηση κατά των γυναικών έχει βγει από τον “οίκο” και δεν είναι ταμπού, ενώ παράλληλα έχει αναγνωριστεί από τις περισσότερες χώρες του κόσμου η κοινω­νική διάσταση του προβλήματος.

Το 1976 οργανώθηκε στις Βρυξέλλες το πρώτο συνέδριο με θέμα “Εγκλήματα κατά των γυναικών”. Εκεί για πρώτη φορά η ανδρική βία καταγγέλθηκε επίσημα προς τα έξω.

Παράλληλα η δραστηριοποίηση των γυναικείων οργανώσεων σε επίπεδο ενημέρωσης του κοινού, η δημιουργία των καταφυ­γίων για κακοποιημένες γυναίκες και γενικά η ανάπτυξη του γυναικείου κινήματος με σαφή και συγκεκριμένα αιτήματα, απο­κάλυψε με ενάργεια “ενώπιον του Δήμου” τα μέχρι σήμερα δρώμενα “εντός του οίκου”. Είναι πια γνωστό ότι η κακοποίηση κατά των γυναικών δεν συναντάται μόνο σε ορισμένα περιθω­ριακά κοινωνικά στρώματα. Ο άνδρας που κακοποιεί δεν είναι κάποιος ιδιαίτερος τύπος δράστη έξω από τις κοινωνικές νόρ­μες, ο άνδρας που κακοποιεί καλύπτει όλη την κοινωνική δια­στρωμάτωση και η άσκηση της ανδρικής βίας αποτελεί έκφραση και αντανάκλαση των σχέσεων που έχει καθιερώσει η ανδροκρατούμενη κοινωνία στην πόλη και στην ύπαιθρο.

 Η άσκηση σωματικής και ψυχικής βίας από τους άνδρες επάνω στις γυναίκες απηχεί και ερμηνεύει απερίφραστα και κυνικά την άνιση κατανομή εξουσίας ανάμεσα στα δύο φύλα.

Η άνιση κατανομή εξουσίας αποτελεί δομικό στοιχείο της κοινωνικής πραγματικότητας, όπως και η οικονομική εξάρτηση της γυναίκας από τον άνδρα, η μειονεκτική της θέση, κατά κα­νόνα, στον τόπο εργασίας, οι μειωμένες ευκαιρίες μόρφωσης, ο παραγκωνισμός της από τα κέντρα λήψης αποφάσεων και άλλα πολλά.

Οι περισσότεροι κοινωνικοί επιστήμονες αναγνωρίζουν ότι η πατριαρχική δομή της οικογένειας είναι το κύριο αίτιο της βίας κατά των γυναικών.

Η αναχρονιστική οικογενειακή δομή διαιωνίζει τη γυναικεία υποτέλεια, με αποτέλεσμα οι σχέσεις των δύο φύλων να προσ­διορίζονται και να χαρακτηρίζονται σαν σχέσεις υποταγής του ενός στον άλλο και να αναπαράγεται η άνιση κατανομή της εξουσίας και η ανισότητα σε όλους τους τομείς του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Σήμερα οι περισσότερες κοινωνίες, κάτω από την αυξανό­μενη και εντεινόμενη πίεση του γυναικείου κινήματος και των αιτημάτων του, υποχρεώνονται να συνειδητοποιήσουν και να αναγνωρίσουν επίσημα το υπαρκτό πρόβλημα της κακοποίησης κατά των γυναικών, που όλο και περισσότερες μορφές του έρχονται στην επιφάνεια μέσα από τη συλλογή στατιστικών στοιχείων.

Αυτή τη στιγμή στον Ελληνικό χώρο παρατηρείται παντελής έλλειψη έρευνας και μεγάλη ανεπάρκεια στατιστικής πληροφόρη­σης, ενώ ένας μεγάλος αριθμός από πληροφορίες, λόγω της φύσης του προβλήματος και της μειωμένης συνειδητοποίησης του, παραμένει άγνωστος και σκοτεινός.

Αυτή η έλλειψη στατιστικών στοιχείων και γενικότερης πλη­ροφόρησης μπορεί να θεωρηθεί ότι οφείλεται καταρχήν στην πλατιά διαδεδομένη αντίληψη ότι κάποιος βαθμός βίας μπορεί να ασκείται μέσα στην οικογένεια από τον κοινωνικά ισχυρότερο (άντρα, ενήλικα) σε βάρος του ασθενέστερου (γυναίκα, παιδί).

Ακόμη, οι ειδικοί δεν έχουν ευαισθητοποιηθεί, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, γύρω από τα ζητήματα της άσκησης βίας κατά των γυναικών και παιδιών λόγω της δεδομένης πατριαρ­χικής δομής της κοινωνίας μας. Παράλληλα, δεν έχει επιδιωχθεί η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης μέσα από δημοσιεύ­σεις και την προβολή του προβλήματος από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ώστε να αρχίσει να αναπτύσσεται ένας τρόπος σκέψης και μια πιο ελεύθερη συλλογιστική, αδέσμευτη και ανε­ξάρτητη από τις κοινωνικές προκαταλήψεις. Δυστυχώς και στη σημερινή κοινωνία οι σχέσεις του ζευγαριού θεωρούνται ιδιωτική υπόθεση και η προς τα έξω προβολή αποτελεί απαράδεκτη δια­δικασία που επισύρει το κοινωνικό όνειδος και την κοινωνική αποδοκιμασία.

Τέλος, μόλις πρόσφατα, το αναπτυσσόμενο γυναικείο κίνη­μα προχώρησε σε μια φεμινιστική προσέγγιση του ζητήματος και προσπαθεί να τοποθετήσει τα προβλήματα της άσκησης βίας κα­τά των γυναικών σε επιστημονική βάση, έξω από συναισθηματι­κές προκαταλήψεις και μηχανιστικές κοινωνικές ερμηνείες.

Για παράδειγμα, εμφανίζεται με επιστημονικοφανή τρόπο η βία μέσα στην οικογένεια και ιδιαίτερα η κακοποίηση των γυ­ναικών σαν διαταραχή συμπεριφοράς ψυχοπαθών, ναρκομανών ή αλκοολικών ή γενικότερα ατόμων με ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα, ενώ γίνεται προσπάθεια να εξηγηθεί η κακοποίηση των γυναικών σαν καθημερινός τρόπος επίλυσης των συγκρού­σεων των χαμηλότερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων.

Οι θεωρητικές αυτές απόπειρες ερμηνείας του φαινομένου είναι παμπάλαιες και παραβλέπουν το γεγονός ότι πρόκειται τελικά για άνδρες που κακοποιούν τις γυναίκες. Δεν εξηγούν, όμως, γιατί οι γυναίκες που βρίσκονται στις ίδιες προβληματι­κές καταστάσεις (ψυχολογικές και κοινωνικές) δεν κακοποιούν τους άνδρες τους. Πίσω από αυτές τις ερμηνείες κρύβεται η πεποίθηση ότι ο άνδρας νομιμοποιείται να κακοποιεί τη γυναίκα όταν βρίσκεται σε κάποια βεβαρημένη ψυχολογική κατάσταση, όπως στην κατάσταση μέθης. Η όλη προσέγγιση του προβλήμα­τος γίνεται με ανδροκρατικά κριτήρια και ορισμένες αφορμές παρουσιάζονται σαν οι πραγματικές αιτίες της κακοποίησης.

Η συγγραφέας του βιβλίου προσεγγίζει το ζήτημα κάτω από τη φεμινιστική σκοπιά και αποκαλύπτει τους κοινωνικούς μηχα­νισμούς που γεννάνε τον κύκλο της βίας.

Οι γυναίκες, όταν απευθύνονται για βοήθεια και προχω­ρούν σε διεκδικητικές πράξεις ισοτιμίας ή καταγγελίες, όχι μόνο δεν βρίσκουν την απαιτούμενη συμπαράσταση και δικαίωση, αλλά αντίθετα καθοδηγούνται στην υποταγή και διαμέσου των καθιερωμένων σχημάτων ανισότητας και ταμπού επιχειρείται η αυτοενοχοποίηση τους.

Παρόλα αυτά η προσωπική και επαγγελματική πείρα επιβε­βαιώνει ότι το φαινόμενο της κακοποίησης κατά των γυναικών είναι ευρύτατα διαδεδομένο σε όλα τα κοινωνικά στρώματα ανεξάρτητα από το μορφωτικό, πολιτιστικό και οικονομικό επί­πεδο τόσο του άνδρα, όσο και της γυναίκας.

Η νομοθετική ρύθμιση που αφορά την τροποποίηση του Οι­κογενειακού Δικαίου, που καθιερώθηκε με το Νόμο 1329/83 για / την εφαρμογή της ισότητας των δύο φύλων, αποτελεί για την ώρα την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του προβλήματος για την καταστολή της βίας κατά των γυναικών στην Ελλάδα.

Η κατάσταση της βίαιης συμπεριφοράς ανάμεσα στα δύο φύλα αποτελεί ένα μέρος του συνολικού φαινομένου της βίας και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται περιστασιακά, αλλά με εξειδικευμένο επιστημονικό τρόπο που θα συμβάλλει αποφασιστικά στην εξάλειψη της βίας και των μηχανισμών της, ανάμεσα στους ανθρώπους, σε όλες της τις μορφές.

Θα πρέπει με κάθε τρόπο να προσπαθήσουμε, ώστε να μειωθούν η ένταση και οι συχνότητες στη βίαιη συμπεριφορά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα παραιτηθούμε από το σκοπό να φτάσουμε βαθιά στην καρδιά του προβλήματος, να το εξηγήσου­με, να το εμφανίσουμε στο πλατύ κοινό και να το ανασύρουμε από τα σκοτάδια της ντροπής και του περιθώριου.

Η οδύνη που είναι συνυφασμένη με τους απάνθρωπους τρόπους συμπεριφοράς πρέπει να πάψει να έχει γενεσιουργό αίτια και ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει και να κατανοήσει τον τρόπο ζωής που ταιριάζει σήμερα στον πολιτισμό του και στην τεχνολογική εξέλιξη της εποχής μας.

                                                                                 Χριστίνα Αντωνοπούλου